Ποιήματα του Kabir

[…]

 

XXVII

 

Είναι η ευσπλαχνία του αληθινού μου Δασκάλου που μ’ έκανε

να γνωρίσω το άγνωστο’

έμαθα απ’ Αυτόν να περπατώ χωρίς πόδια, να βλέπω χωρίς μάτια,

ν’ ακούω χωρίς αυτιά, να πίνω χωρίς στόμα, να πετώ χωρίς φτερά’

έφερα την αγάπη μου και το διαλογισμό μου στη χώρα,

όπου δεν υπάρχει ούτε ήλιος, ούτε σελήνη, ούτε μέρα, ούτε νύχτα.

Χωρίς να φάω γεύτηκα την γλυκύτητα του νέκταρος’

χωρίς νερό σταμάτησα τη δίψα μου.

Η μοιρασμένη χαρά είναι η αφθονία της χαράς.

Μπροστά σε ποιον μπορεί αυτή η χαρά να εκφραστεί;

Ο Καμπίρ λέει: “Ο Δάσκαλός μου είναι χωρίς αμφιβολία Μεγάλος

και μεγάλη είναι η καλή τύχη του μαθητού του”.

 

[…]

 

LXVIII

 

Ακούω τη μελωδία της φλογέρας Του

και δεν είμαι πια κύριος του εαυτού μου’

το λουλούδι ανοίγει χωρίς να έχει έρθει η άνοιξη

και η μέλισσα έχει κιόλας πάρει το κάλεσμα της.

Ο ουρανός βροντά, οι αστραπές λαμπυρίζουν’

κύματα σηκώνονται στην καρδιά μου’

η βροχή πέφτει κι η καρδιά μου επιθυμεί τον Κύριο μου.

Εκεί όπου ο ρυθμός του κόσμου ανεβαίνει και κατεβαίνει

εκεί η καρδιά μου έχει φτάσει’

εκεί οι κρυμμένες σημαίες κυματίζουν στον άνεμο.

Ο Καμπίρ λέει: “Η καρδιά μου πεθαίνει και παρ’ όλ’ αυτά ζει”.

 

 

Kabir, Ποιήματα